| 000 | 02872nam a22003017a 4500 | ||
|---|---|---|---|
| 003 | GR-MnPuL | ||
| 005 | 20230327072602.0 | ||
| 007 | ta | ||
| 008 | 230315s2010 gr| |||g |||| 000 f gre d | ||
| 020 | _a978-960-691-978-7 | ||
| 040 |
_aGR-MnPuL _bgre _eRDA _dGR-MnPuL |
||
| 041 | 0 | _agre | |
| 044 | _agr | ||
| 082 | 0 | 4 |
_223η έκδοση _a889.3 |
| 100 | 1 |
_aΜπέσιου, Άρια _4aut _91539 |
|
| 245 | 1 | 0 |
_aΟκτώ ψυχές που δεν έφυγαν / _cΆρια Μπέσιου. |
| 260 |
_aΑθήνα : _bΜοντέρνοι Καιροί, _c2010. |
||
| 300 |
_a183 σελίδες ; _c21 εκατοστά. |
||
| 336 | _atext | ||
| 337 | _aunmediated | ||
| 338 | _avolume | ||
| 520 | _aΤα βράδια ερχόταν στο πλευρό της. Την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του και της ψιθύριζε πως όλα θα πήγαιναν καλά. «Σε λίγο καιρό θα είμαστε μαζί. Αυτό που έχει σημασία τώρα είναι να γίνεις καλά», της έλεγε συγκρατώντας με κόπο τα αναφιλητά του. Ήξερε πως το σφάλμα ήταν δικό του και δε θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό του για τη στιγμιαία απροσεξία που παραλίγο να κοστίσει την ίδια της τη ζωή. Τα λόγια του γίνονταν σταγόνες παρηγοριάς που έθρεφαν τις ανοιχτές πληγές της. Κατρακυλούσαν στ’ αυλάκια του κορμιού της και πότιζαν την καρδιά της με δύναμη και παρηγοριά· τη μάθαιναν να ονειρεύεται ξανά. Εκείνη ρουφούσε αχόρταγα τα χάδια και τις υποσχέσεις του και ζωγράφιζε το μέλλον με τα πιο όμορφα χρώματα. Και όταν έφτασε πια η ώρα του αποχαιρετισμού, η Στέλλα ήξερε πως η ζωή αλλάζει, μα δε χάνεται. Η ελπίδα σβήνει, μα δεν πεθαίνει. Οι ψυχές περιπλανιούνται, μα δε φεύγουν. Στέκονται πάντα πλάι μας, γύρω μας, μέσα μας και μας μιλούν για τον έρωτα, τη φιλία, το πάθος, για όλα αυτά τα μικρά και μεγάλα μυστικά που κάποιες φορές μας κάνουν να πονάμε. | ||
| 521 | _aΕνήλικες γενικού περιεχομένου | ||
| 650 | 7 |
_aΝεοελληνική πεζογραφία _vΜυθιστόρημα _921 |
|
| 650 | 7 |
_aΝεοελληνική πεζογραφία _vΑφήγημα _9499 |
|
| 942 | _cBK | ||
| 999 |
_c751 _d751 |
||